Δώδεκα Ερωτήσεις Στον Μπεν

Δώδεκα Ερωτήσεις Στον Μπεν

Είχαμε δώσει ραντεβού στο καφέ στη Σόλωνος, στις 11, ημέρα Τρίτη. Ανυπομονούσα πολύ για εκείνη τη συνέντευξη. Θα μάθαινα επιτέλους νέα του ύστερα από μήνες. Σίγουρα ξέρω πως έχει πετύχει σε αυτά που κάνει λόγω της φήμης που απέκτησε πρόσφατα. Πάλι καλά δηλαδή γιατί δεν μπορώ να σκεφτώ πως αλλιώς θα τον συναντούσα ξανά. Από τότε που χώρισαν οι δρόμοι μας (γιατί όντως, ο Μπεν αποφάσισε να πάρει άλλο δρόμο από εκείνο που είχα επιλέξει εγώ)  κανείς μας δεν προσπάθησε ποτέ να επικοινωνήσει με τον άλλον. Μάλλον επρόκειτο για μια άτυπη συμφωνία· να μην απασχολούμε ο ένας τον άλλον ώστε να είμαστε αδέσμευτοι να προχωρήσουμε τη ζωή μας. Όπως και να έχει, εξεπλάγην αρχικά που απάντησε στο τηλεφώνημά μου και ακόμα περισσότερο που δέχτηκε να απαντήσει στις 12 ερωτήσεις μου. Θυμάμαι πως δεν γούσταρε ιδιαίτερα να δίνει εξηγήσεις, σε κανέναν. Εγώ δεν αποτελούσα εξαίρεση, τί κι αν τον νόμιζα για άνθρωπο δικό μου. Ομολογώ όμως πως πήγα στο ραντεβού με την καλύτερη προδιάθεση. Η περιέργειά μου θα ικανοποιούνταν κι αυτό αρκούσε.

Έντεκα και κάτι πρέπει να ήταν όταν έφτασα έξω από το σκοτεινό μπιστρό· τη καλύτερη ζεστή σοκολάτα θα την έπινες εκεί κι ο Μπεν το ήξερε.

«ΔΙΑΠΙΣΤΩΜΕΝΟ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ! Έχω εθιστεί, το παραδέχομαι».

Ήταν σχεδόν ο μόνος εκεί μέσα εκείνη την ώρα, καθόταν σε ένα τραπεζάκι στην άκρη του μαγαζιού, πλάι στο παράθυρο με την κόκκινη βαριά κουρτίνα. Μαύρο υφασμάτινο παντελόνι με λεπτή άσπρη ρίγα, σιέλ πουλοβεράκι και καφέ στρογγυλά γυαλιά από ταρταρούγα. Τυπικό ντύσιμο για εκείνον. Το λες και στολή, μόνο τα χρώματα άλλαζαν καθημερινά. Τον αναγνώρισα αμέσως αν και όχι από το ντύσιμο. Το βλέμμα μου έπεσε πρώτα πρώτα στην κατάξανθη φράτζα του, τα διάφανα σχεδόν φρύδια του και αυτό το μπλαζέ ύφος, εκείνο που υποδηλώνει πως σνομπάρει ειλικρινά το περιβάλλον γύρω του.

Κοντοστάθηκα γιατί ντράπηκα λίγο. Σαν να βγαίναμε πρώτη φορά, τέτοιον ενθουσιασμό μου προκάλεσε η όψη του. Μου πήρε δυο λεπτά να σοβαρευτώ· ανάθεμα, έπρεπε να πληρωθώ από αυτή τη συνέντευξη! Περπάτησα προς το μέρος του κοιτώντας το πάτωμα που μου κέντρισε το ενδιαφέρον – έμοιαζε με σκακιέρα και το μοτίβο ήταν τόσο πυκνό που ο οποιοσδήποτε ψυχαναγκαστικός θα προσπαθούσε μάταια να αντιστοιχήσει σε αυτό το βήμα του.

«Καλημέρα σου», του είπα χαμογελαστά.

Κάπως ξαφνιασμένος άφησε στο μαρμάρινο τραπεζάκι την κούπα του – πίνει πάντα σκέτο κακάο με πιπέρι εδώ, μη με αμφισβητήσετε.
Χάρηκε το δίχως άλλο και όλο αβρότητα σηκώθηκε να τραβήξει τη καρέκλα για να κάτσω.

«Έχω ήδη παραγγείλει τον εσπρέσο για σένα, γλυκιά μου».

Και πράγματι, αμέσως ήρθε το γκαρσόν με αυτό που εγώ αποκαλώ φάρμακο. Θέλησα να ξεκινήσω αμέσως με τις ερωτήσεις, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα γίνει καπνός αυτός ο τύπος.

«Τί θα έκανες αν ήξερες πως δεν θα αποτύγχανες;»
«Θα σε παντρευόμουν σίγουρα.»

Εννοείται πως προσπάθησα να μη πνιγώ μετά από αυτό που άκουσα. Δεν μπορώ να το δημοσιεύσω αυτό. Μα πώς του ήρθε; Το εννοεί; Καλά, θα αφαιρέσω το ‘σε’.

«Ποιος νομίζεις πως σε βρίσκει όμορφο το πρωί που ξυπνάς;»
«Ιδέα δεν έχω. Τα μάγουλά σου πάντως είναι κατακόκκινα το πρωί ε, κι αυτό το βρίσκω όμορφο.»

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως με περιπαίζει και σαμποτάρει τη συζήτηση αυτή. Προφανώς και βρίσκει μεγάλη ευχαρίστηση στην ερυθριάζουσα και εκνευρισμένη φάτσα μου. Δεν πειράζει όμως, θα γράψω πως ‘δεν έχει ιδέα’. Πριν συνεχίσω, τον κοιτάζω καλά καλά. Μου ανταπέδωσε ένα απολογητικό, τάχα αθώο βλέμμα.

«Πώς είσαι, αλήθεια;»
«Είμαι κάτι παραπάνω από κομπλέ τώρα.»

Χαμογέλασε όλο νόημα και ήπιε λίγο από το ρόφημά του. Άραξε στην καρέκλα γερμένος πίσω, σταυροπόδι. Αυτά όμως δεν μπορεί να τα ψυχανεμιστεί κανείς διαβάζοντας μια εφημερίδα. Κι εγώ δεν θα τα γράψω.

Κατέφυγα και εγώ για λίγο στον καφέ μου γιατί ζοριζόμουν να διαχειριστώ αυτόν τον τύπο. Συνέχισα λοιπόν με τις ερωτήσεις μου..

«Πώς θα συμπεριφερόσουν αν ήξερες πως είσαι ο καλύτερος σε αυτό που κάνεις;»
«Θα το έκανα περισσότερο προφανώς!», κάγχασε.

Αυτάρεσκος, χωρίς καμία αμφιβολία -αυτό το σημείωσα στο τετράδιό μου. Δεν το βάζω κάτω, θα το τελειώσω το αφιέρωμα. Ανασυγκροτήθηκα, πήρα τα πάνω μου και εκτίμησα το γεγονός πως δείχνει χαρακτήρα.

«Ψάχνεις την ιδανική δουλειά ή προτιμάς να τη δημιουργείς;»

Τον είδα κάπως σκεπτικό, στήριζε το πιγούνι του στα δάχτυλά του και είχε τα μάτια του στραμμένα ψηλά. Βέβαια, δεν πρέπει να του ήρθε κάποια επιφοίτηση γιατί μου αποκρίθηκε το εξής :

«Δεν νομίζω πως δουλεύω.»

Συνέχισε να το σκέφτεται. Εγώ όμως δεν του άφησα περιθώρια.

«Αν υπάρχει λύση για το άγχος, ποια θαρρείς πως είναι;»
«Εγώ, όταν με χαλάει κάτι, φεύγω»

Μάλλον ένιωθε μάγκας όταν το ξεφούρνισε αυτό, αλλά όταν είδε την αντίδρασή μου – είχα θιχτεί, ειλικρινά – μου απολογήθηκε.

«Θέλω να πω… επιλέγω να απομακρύνομαι από καταστάσεις που με στεναχωρούν. Εμποδίζουν την παραγωγικότητά μου.»
«Ποια ήταν η τελευταία φορά που έκανες κάτι για πρώτη φορά;»
«Πρώτη φορά δίνω συνέντευξη σε σένα γλυκιά μου.»

Έγειρε μπροστά και στερέωσε τους αγκώνες του στο τραπέζι, δίνοντας μου όλη του την προσοχή. Είχα έναν εσωτερικό αναστεναγμό, αλλά αποφάσισα πως δεν με αγγίζουν τέτοια καλοπιάσματα· θα παραλείψω το ‘γλυκιά μου’.

Η επόμενη ερώτηση δεν μου ταίριαζε σε αυτή τη περίσταση όμως, οι 12 Ερωτήσεις ήταν default στήλη στην εφημερίδα. Μπορεί βέβαια να είναι καλύτερα έτσι γιατί αν είχα το ελεύθερο να τον ρωτήσω ό,τι θέλω δεν εγγυώμαι πως δεν θα έριχνα στο τραπέζι τις απορίες μου για εμάς. Ομολογουμένως είναι κάπως ακατόρθωτο να αγνοήσεις το γεγονός πως ο νυν συνομιλητής σου είναι ταυτόχρονα ο πρώην σου που σε εγκατέλειψε, ξαφνικά, σαν ένας ακόμη φαντομάς. Άφησα το νοερό προσωπικό μου δράμα να καταλαγιάσει και του απηύθυνα τον λόγο.

«Τί θα έκανε η Μπιγιονσέ;», αναρωτήθηκα τάχα σοβαρή.
«Κόβω το κεφάλι μου πως δεν θα σε έφερνε για καφέ πάντως!», μου απάντησε χασκογελώντας με μια κάποια αυταρέσκεια.

Δυσκολεύτηκα να συγκρατήσω τα χαχανητά μου, μαλάκωσα και παλιές αναμνήσεις γέλιου και ευτυχίας μεταξύ μας γέννησαν τη νοσταλγία μέσα μου. Ήταν ακόμη μια στιγμή παραδοχής της οικειότητας που έχουμε. Μερικές στιγμές αργότερα η διάθεση μου ήταν πολύ καλύτερη γιατί συνειδητοποίησα πως είχα ακόμη μπροστά μου έναν άνδρα που ξέρω και κάποτε είχα ερωτευτεί. Συνέχισα τη συνέντευξη με ήρεμη φωνή.

«Φαντάσου, Μπεν, να υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Κι εσύ να το έχεις. Μπορείς να το φανταστείς; Τί θα ήθελες να είναι;»
«Να… θα ήταν άκρως εξυπηρετικό ένα μηχάνημα αλήθειας. Βασικά, για να το εξηγήσω καλύτερα, αν υπήρχε μια αυθεντία στον κόσμο, που να μπορεί να σε συμβουλεύσει. Τί είναι σωστό και τί λάθος. Κάποιος να σε προλάβει πριν κάνεις κάτι που θα μετανιώσεις ή να σε ξεμπλοκάρει από ένα αδιέξοδο δίλημμα. Ιδανικά θα ήταν άνθρωπος, ένας σοφός ή ιερέας· αλλά θα μιλούσε ειλικρινά και διαπνεόμενος από πλήρη ανιδιοτέλεια; Οπότε τείνω προς το μηχάνημα, ίσως λιγότερο αξιόπιστο από άποψη γνώσεων και λοιπά μα… τη κάνει τη δουλειά του!»

Όσο μιλούσε για αυτό το ιδανικό “κάτι” τα μάτια του έλαμπαν πραγματικά. Λες και μόλις του είχε έρθει η φαεινότερη ιδέα! Κι έπειτα από μια μικρή παύση επανήλθε στη κουβέντα ακόμα πιο ενθουσιασμένος.

«Κάθε φορά που θα αισθανόταν κάποιος χαμένος, να μην μπορεί να αποφασίσει κάτι, σαν από μηχανής θεός, το μηχάνημα θα δίνει μια συμβουλή. Μπορεί να είναι μικρή, σχεδόν αυτονόητη όμως τη στιγμή εκείνη που άνθρωπος αισθάνεται ακινητοποιημένος, ακόμα και αυτή η μικρή, αυτονόητη συμβουλή, θα είναι τεράστια βοήθεια. Και να το έχω εγώ…»

Με κοίταξε και μπορούσα να μαντέψω τί σκεφτόταν.

«Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα, ε;»
«Πάρα πολύ γλυκιά μου. Φεύγοντας από την Ελλάδα για να δουλέψω στο Μπορντό είχα μονάχα στο μυαλό μου τις δημιουργικές δυνατότητες, τα νέα τοπία· μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον ο διαφορετικός τρόπος ζωής που θα είχα εκεί. Κι όταν τελικά πήγα, τα ζόρια μου φάνηκαν παιχνίδια, μικρά κολπάκια ή τρικλοποδιές που τάχα θα με ξεγελούσαν και θα με εμπόδιζαν από το να κάνω τη δουλειά μου. Διασκέδαζα. Κατόρθωνα τον ένα στόχο μου μετά από τον άλλον και η κάθε μικρή νίκη μου έμοιαζε με ακόμα ένα κομματάκι που συμπλήρωνε το παζλ. Έκανα μια ζωή αρκετά αρμονική με αυτό που επιθυμούσα να πετύχω από μικρός.»
«Ακούγεται τόσο ιδανικό που δεν βρίσκω το λόγο να ήταν διαφορετικά.»
«Έχεις δίκιο σε αυτό. Βέβαια, τα ταξίδια, οι συζητήσεις με κάθε καρυδιάς καρύδι και η δουλειά δεν είναι τα μόνα που αξίζουν σε αυτή τη ζωή. Αν είχα επιλέξει να παραμείνω εδώ…»

Φάνηκε να διστάζει λίγο.

«Αν έχτιζα τη ζωή μου εδώ, το ρου της ιστορίας θα ήταν αλλιώτικο. Θα χαιρόμουν άλλα πράγματα, τη συντροφικότητα, την ασφάλεια, την αγάπη με λίγα λόγια. Είχα βρει όντως λιμάνι, μια γυναίκα σταθερά δίπλα μου και θα μπορούσα να είχα περάσει πολλές περιπέτειες μαζί της. Όταν μοιράζεσαι τη ζωή σου και όσα σου συμβαίνουν με έναν άνθρωπο, μπορείς να μάθεις την ψυχή βαθύτερα. Να γνωρίσεις άλλες πτυχές του εαυτού σου που δεν έχουν να κάνουν με εσένα τον ίδιο. Στρέφεις το ενδιαφέρον σου στον σύντροφό σου, το χαμόγελο στα χείλη του γίνεται σκοπός σου και η μοναξιά είναι πλέον παλιά ανάμνηση. Κι αφού έχετε φτιάξει έναν κόσμο δικό σας, στην πορεία ίσως να θελήσετε να τον επισφραγίσετε με κάποιον τρόπο. Μπορεί να είναι ο τρόπος ο παραδοσιακός ή ένας πιο εναλλακτικός.»

Τον άκουγα με προσοχή, παρατηρούσα την αυτοπεποίθηση του να ανεβαίνει κλιμακωτά καθώς μου εξηγούσε. Η εξήγηση που αποζητούσα τόσο καιρό είχε έρθει και χαιρόμουν πολύ. Κυρίως γιατί ο Μπεν ήξερε τί έκανε. Δεν με κορόιδεψε ούτε έπαιξε μαζί μου.

«Εγώ όμως, γλυκιά μου, είμαι πολύ νέος για να αράξω από τώρα στο λιμάνι. Νέος και άπειρος, χωρίς κανένα δικό μου δημιούργημα. Ανολοκλήρωτος άνθρωπος δηλαδή. Τί θα μπορούσα να προσφέρω εγώ σε σένα; Θα ήταν δύσκολο να προκύψει κάτι όμορφο από μια στάσιμη κατάσταση. Οι συνήθειες μας δεν είναι τέτοιες που να αξίζουν να γίνουν ρουτίνα από τώρα.»

Οι τελευταίες του λέξεις ειλικρινά με πλήγωναν. Καμπανάκι για διάλλειμα.

«Υποβαθμίζεις τον έρωτα;»
«Καθόλου. Μάλλον δεν καταλαβαίνεις. Πόσο να παρατείνεις ένα παραμυθάκι; Έχω ένα άτομο μπροστά μου που το βλέπω σοβαρά και δεν γίνεται να προχωρήσουμε ευτυχισμένοι αν δεν πετύχουμε τα όνειρά μας.»

 

 

Κατά το διάστημα που ο Μπεν ταξίδεψε στη Γαλλία για να γυρίσει το ντοκιμαντέρ του, εγώ ξεπέρασα αναπάντεχα σύντομα τον χωρισμό, ασχολήθηκα ξανά με τη σχολή και πριν το καταλάβω είχα τη δική μου στήλη σε περιοδικό. Διάβασα πάρα πολύ, ξέκοψα κάθε περισπασμό και συζήτησα με πρόσωπα που άλλοτε έβλεπα στη τηλεόραση. 12 ερωτήσεις ήταν αρκετές. Και αυτό που κατάλαβα ήταν πως ο καθένας έχει το όραμα του. Κάτι πέρα από τον εαυτό του.

 

 

«Γιατί αξίζει να σε ξέρει κανείς;»
«Επιτέλους, είμαι κάποιος που εκφράζει οτιδήποτε κι αν νιώθει. Ανοιχτά και ειλικρινά. Καμιά φορά χωρίς να χρησιμοποιώ λέξεις. Χωρίς να ντρέπομαι.»
«Τί σε κάνει χαρούμενο;»
«Θα σου πω τί μου φτιάχνει τη μέρα, αν και δεν το κάνω συχνά.. Είναι κάποια πρωινά με τον ήλιο ψηλά στον μπλε ουρανό που δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να βάλω τα αθλητικά μου και να τρέξω. Καμιά φορά δεν παίρνω καν ακουστικά. Έχεις δοκιμάσει ποτέ να περπατήσεις κοιτώντας ψηλά;! Τότε είναι που δε νιώθω καθόλου μόνος. Και είναι τέτοια η ευγνωμοσύνη που γεννιέται στη καρδιά μου αντικρύζοντας τη πλάση γύρω μου…»
«…που παίρνεις συνάμα κουράγιο να συνεχίσεις. Μου αρέσει πολύ αυτό που λες.»

Όχι μόνο συμφωνούσα, αλλά και καμάρωνα για την στάση που έχει στη ζωή. Στα μάτια μου εκείνη την ώρα φαινόταν πιο υπέροχος από ποτέ. Η συνέντευξη έφτανε στο τέλος της όμως κι έτσι θέλοντας να λήξει χαρούμενα, έθεσα τη 12η ερώτηση.

«Πώς συμπεριφέρεσαι σε εκείνους που δεν έχουν τίποτα να σου δώσουν πίσω;»
«Δεν υπάρχει ανθρώπινη σχέση δίχως.. συναλλαγές. Έρχεσαι σε επαφή με κάποιον, άρα εκτός από ευγένεια είναι και ωφέλιμο να είσαι καταδεκτικός.»

Αυτό ήταν. Καμπανάκι λήξης. Τον ευχαρίστησα για τον χρόνο του κι έκανα να φύγω. Αστραπιαία βούτηξε τα δυό μου χέρια και τα κράτησε σφιχτά. Η ζεστασιά και το δέσιμο, γνώριμά μου συναισθήματα, πλημμύρισαν την καρδιά μου. Ο Μπεν είχε γυρίσει επιτέλους.

 

 

Όταν έπρεπε να καθαρογράψω και να στείλω τη συνέντευξη στο περιοδικό είχα ένα μικρό άγχος. Χρειαζόταν να περικόψω αρκετά ‘δικά μας’ σημεία. Σε τελική ανάλυση όμως, τί πρέπει να ξέρει ο κόσμος για τον Μπεν…

Κυρίες και κύριοι, έχουμε να κάνουμε με έναν τύπο βαθιά συναισθηματικό που έχει εμμονή τα όνειρά του να τα κάνει πράξη. Μαγεύεται με το παρόν και παλεύει να φτιάξει ένα όμορφο μέλλον. Κι αν τύχει και σε αγαπήσει, είσαι πολύ τυχερός γιατί θα σε πάρει μαζί του σε κάθε του ταξίδι.

Εγγραφείτε!
Ενημερώστε με για...
guest
1 Σχόλιο
Inline Feedbacks
Δείτε όλα τα σχόλια
antbern
antbern
10 Ιανουάριος 2021 00:35

Καταπληκτικό κείμενο περιμένουμε με ανυπομονησία το επόμενο έργο της JOYA SIOH

Μοιραστείτε αυτό το κείμενο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on tumblr
Share on email
σχετικα κειμενα
Jeronimo

Η μάστιγα των reality shows

Μια τάση που φαίνεται να αποκτά όλο και περισσότερη δημοτικότητα, κυρίως τώρα, την περίοδο του “εγκλεισμού”,  είναι η παρακολούθηση ενός ψυχαγωγικού προγράμματος στην τηλεόραση, κάποιας σειράς ή ταινίας.  Πράγματι, το πλήθος των διαθέσιμων εκπομπών που προσφέρει η κρατική ή ιδιωτική τηλεόραση στις μέρες μας αφήνει τους τηλεθεατές να εναλλάσσουν διαρκώς τα κανάλια, σε

Διαβάστε περισσοτερα >

jakoda loskia & joya sioh

Ποιες είμαστε

Είμαστε 2 φοιτήτριες που αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε τη σελίδα αυτή ώστε να έχουν τα γραπτά και η λογοτεχνία, που αγαπάμε, έναν τόπο. Θα μας δείτε να κυκλοφορούμε με τα ψευδώνυμα Jakoda Loskia και Joya Sioh.
Φυσικά, αυτό δε θα είχε γούστο αν δεν συμμετείχατε κι εσείς. Επισκεφτείτε τη σελίδα “Σχετικά με εμάς” για να μάθετε περισσότερα.

Τα αγαπημένα μας
ακουστε μασ

το ραδιόφωνό μας

Περιηγηθείτε