Αυτοεκτίμηση

Αυτοεκτίμηση

Ο αγαπημένος της καθόταν αναπαυτικά στην άνετη πολυθρόνα του σπιτιού του με την πλάτη του ριγμένη πίσω και με ένα βιβλίο ανάμεσα στα δυο του χέρια, οι σελίδες του οποίου χωρίζονταν κάπου στη μέση. Οι κόρες των ματιών του διέσχιζαν την ίδια πορεία, από δεξιά προς τα αριστερά, μια πορεία φαινομενικά τόσο μικρή αλλά ουσιαστικά υπεραρκετή για να προλάβει το βλέμμα του να γλείψει τις κακογραμμένες αράδες που φιγουράριζαν άσχημα μορφοποιημένες στο χαρτί, υπεραρκετή ώστε να απορροφήσει το νόημα των λέξεων.

Πόσο απίθανο και τούτο; Μία σειρά από γράμματα να μπορούν να σχηματίσουν τόσες πολλές και διαφορετικές εικόνες στο μυαλό του ανθρώπου, να του θέσουν τόσους προβληματισμούς, να του καλλιεργήσουν τόσες σκέψεις. Μια σειρά από γράμματα σε φύλλα χαρτιού ραμμένα όλα μαζί. Αλλόκοτο. Συναρπαστικό.

Κάτι τέτοιες στιγμές, όλα φάνταζαν αλλόκοτα και συναρπαστικά στην Άντα. Μεγαλοποιούσε τα πράγματα στο μυαλό της, τα μεγέθυνε όσο χρειαζόταν για να χωρέσει μέσα τους η τεράστια ανυπαρξία της. Για την ακρίβεια, όχι μονάχα να χωρέσει, αλλά και να βολευτεί αναπαυτικά μέσα τους, όπως έκανε εκείνη την στιγμή και ο αγαπημένος της απέναντι της στην πολυθρόνα του.

Καθόταν πάνω στον πάγκο σερβιρίσματος ο οποίος χώριζε επιδεικτικά την μικρή κουζίνα του σπιτιού από την τραπεζαρία και το σαλόνι που συνυπήρχαν αρμονικά στον ίδιο χώρο, όπως ακριβώς τα είχε σχεδιάσει εκείνη σε κάτι στιγμές που ανυπαρξία της δεν ήταν τόσο τεράστια. Καθόταν με τα πόδια της κρεμασμένα να κουνιούνται, αφηρημένα και κάπως νευρικά, μπρος πίσω με σειρά προτεραιότητας. Το βλέμμα της διέτρεχε τον άνθρωπο που αγαπούσε περισσότερο στον κόσμο, αν και το μέγεθος της αγάπης αυτής -αν υπήρχε δυνατότητα να ζυγιστεί ένα συναίσθημα- είναι σχετικό, διότι δεν αγαπούσε και πολλούς ανθρώπους στον κόσμο.

Κοίταζε την απορροφημένη έκφρασή του, τα λερωμένα πράσινα μάτια του, τις ρυτίδες που έκανε το μέτωπο του όταν συνοφρυωνόταν, τα χέρια του που τόσο ωραία κρατούσαν εκείνο το βιβλίο, τη γλώσσα του σώματός του, η οποία πρόδιδε έκδηλα την άνεση που ένοιωθε στη στάση εκείνη. Μια στάση τόσο πολύτιμη που ίσως άξιζε να θυσιάσει μια-δυο επισκέψεις στη τουαλέτα προκειμένου να μη χαθεί. Ίσως. Η ομορφιά του ήταν αναγεννησιακή, όπως της άρεσε να του λέει μερικές φορές που συνειδητοποιούσε πόσο σημαντικός ήταν για εκείνη. Εκείνος γελούσε με ένα όμορφο, ελεγχόμενο γέλιο χωρίς να καταλαβαίνει ακριβώς τι εννοούσε η κατά καιρούς κοπέλα του. Μπορεί ούτε αυτή να καταλάβαινε ακριβώς τι εννοούσε με τις λέξεις αυτές, μπορεί να τις χρησιμοποιούσε εντελώς λάθος, αλλά δεν την ένοιαζε. Στο μυαλό της ήξερε τι εννοούσε.

Μπορούσε να τον χαζεύει ώρες, αλλά δεν ήθελε να καταπατάει το απόρρητο της προσωπικής του ζωή, για αυτό και τον επισκεπτόταν σπάνια. Παλαιότερα, έχοντας την εντύπωση ότι θα μπορούσε αποτελεσματικά να καταπολεμήσει την τόσο αποπνικτική θλίψη της, περνούσε όλο της τον χρόνο μαζί του. Ωστόσο, αυτή η συνήθεια κάθε άλλο παρά την θλίψη της δεν καταπολεμούσε. Απλά την έκανε να συνειδητοποιεί πόσο ασήμαντη ήταν στη ζωή του, την έκανε να βιώνει την απώλειά του πιο έντονη, την βύθιζε όλο και πιο βαθιά σε μια απύθμενη λίμνη απελπισίας, σαν μία σιδερένια σφαίρα ενός τόνου δεμένη στο πόδι της. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τις ενοχές που ένοιωθε για αυτή την καταπάτηση της προσωπικής του ζωής που του ασκούσε, την ανάγκασαν να μείνει μακριά του.

Πολλές ήταν οι φορές που επιχείρησε να τον ξεχάσει, τόσες που αν κάποιος της ζητούσε ένα ψυχρό νούμερο – ψυχρό, γιατί αυτό είναι ένα νούμερο, ψυχρό, ό,τι και αν απαριθμεί- εκείνη σαστισμένη δε θα μπορούσε καν να μετρήσει. Ούτε και θα τολμούσε να προσπαθήσει.

Το κατά καιρούς αγόρι της, σηκώθηκε από την πολυθρόνα του διαγράφοντας έτσι αχάριστα την τόσο άνετη στάση του από το σώμα του, με τον δείκτη του ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου. Τεντώθηκε με χάρη αφήνοντας λιγοστά και ανεπαίσθητα κρακ να ηχήσουν στην ατμόσφαιρα. Έβγαλε μια τσαλακωμένη απόδειξη από το περίπτερο που είχε επισκεφτεί νωρίτερα από την δεξιά του τσέπη, αφού ψηλάφισε πρώτα την αριστερή για να διαπιστώσει πώς ήταν άδεια, και την ξετσαλάκωσε αντικαθιστώντας το δείκτη του με αυτή.

Ακούμπησε το βιβλίο στην πολυθρόνα και με νωχελικό βήμα κατευθύνθηκε στη κουζίνα κάνοντας την ηρωίδα να γυρίσει το σώμα της ώστε το αχόρταγο βλέμμα της να παραμείνει καρφωμένο πάνω του. Τον παρακολούθησε να παίρνει στο χέρι του ένα ποτήρι και να το γεμίζει με νερό πιέζοντάς το στη δεξιά γλώσσα που έβγαζε κοροϊδευτικά η πόρτα του ψυγείου του. Έπειτα έγειρε το σώμα του αφηρημένος στον πάγκο της κουζίνας κρατώντας το ποτήρι στο ύψος του στέρνου του, χωρίς να πίνει. Το βλέμμα του χαμένο, περιεργαζόταν ακίνητο ένα σημείο που μόλις είχε νοητά δημιουργήσει και που μόνο εκείνος μπορούσε να δει. Οι σκέψεις του ταξίδευαν. Δεν της έδωσε καμία σημασία.

Δεν τον ενοχλούσε η παρουσία της, του ήταν για την ακρίβεια παντελώς αδιάφορη. Η Άντα το γνώριζε αυτό. Δάκρυα σκαρφάλωσαν ξανά στα μάτια της και απειλούσαν να ξεχυθούν, να τρέξουν μακριά από τον κόμπο που δένονταν συχνά στο λαιμό της. Πάντα αυτό έκαναν τα δάκρυα της. Τρέχανε φουρκισμένα μακριά της, αφήνοντάς την μόνη να αντιμετωπίσει τον ενοχλητικό κόμπο στο λαιμό και την τεράστια θλίψη της. Ψέλλισε ότι τον αγαπά, αλλά η φωνή της βγήκε σπασμένη σαν την ψυχή της και έσβησε ομοιόμορφα στο τελείωμα της φράσης της. Καιρό είχε να μιλήσει.

Εκείνος απτόητος συνέχισε να πλέει στο κενό που τόσο αφηρημένα είχε δημιουργήσει, χαμένος στις σκέψεις του. Σκέψεις σχετικές πιθανότατα με το κείμενο που μόλις είχε διαβάσει. Έπειτα από μερικά λεπτά θυμήθηκε ότι είχε βάλει ένα ποτήρι νερό για να πιει. Κούνησε το κεφάλι του ελαφρά αποδιώχνοντας τις όποιες σκέψεις του και ύψωσε το ποτήρι στα χείλη του, ρουφώντας διψασμένος το περιεχόμενό του. Έπειτα ακούμπησε το ποτήρι ακριβώς δίπλα της, στον πάγκο, και κατευθύνθηκε στο διάδρομο του σπιτιού χωρίς να της ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Πιθανότατα να πήγαινε στο γραφείο του. Ή στο μπάνιο. Ένα του βλέμμα θα ήταν τόσο πολύτιμο για εκείνη.

Δεν έμεινε για να δει που θα πάει. Τινάχθηκε από τον πάγκο και προσγειώθηκε στα πόδια της, τα οποία είχαν μουδιάσει εν άγνοια της. Έφυγε από το σπίτι, πριν προλάβει να ακούσει την πόρτα του γραφείου να κλείνει. Θα καταλάβαινε ότι ήταν η πόρτα του γραφείου διότι είχε το ενοχλητικό συνήθειο να τρίζει κάθε φορά που κινούταν, σαν να προσπαθούσε απελπισμένα να τραβήξει την προσοχή.

Στάθηκε στο κατώφλι της εξώπορτας με το κεφάλι ψηλά, προσπαθώντας να απορροφήσει τα δάκρυα που συνέχιζαν να φουσκώνουν στα καστανά της μάτια. Έπειτα έκατσε στα δύο μπροστινά σκαλιά της μονοκατοικίας αγκαλιάζοντας τα γόνατα της, με το κεφάλι της κρυμμένο μέσα στα μπράτσα της. Δεν έκλαψε. Απλά προσπαθούσε να συγκρατήσει τον εαυτό της, προσπαθούσε να διώξει τον κόμπο από το λαιμό της, το κόμπο που τόσο ζήλεψε το στομάχι της και αποφάσισε να τον μιμηθεί και εκείνο.

Έξω είχε κρύο. Πολύ κρύο. Ήταν μια από αυτές τις καλοκαιρινές μέρες που ο ουρανός σκοτείνιαζε αργά, ασυννέφιαστος και αγνός, αλλά ο αέρας φυσούσε παγωμένος για λόγους ανεξήγητους. Μάλλον σίγουρα υπήρχαν λόγοι για την θερμοκρασία του αέρα, όμως δε μπορούσε να τους συλλάβει διότι δεν είχε όσες γνώσεις θα ήθελε σχετικές με το θέμα αυτό. Εκείνη, με ένα αμάνικο, φανελένιο, λευκό φόρεμα να καλύπτει την γύμνια της, δεν κρύωνε. Κάτι τέτοιες στιγμές, όσο ακραίες και αν ήταν οι διαθέσεις του καιρού, δεν την επηρέαζε. Κάτι τέτοιες στιγμές, ούτε κρύωνε ούτε ζεσταινόταν.

Στον απέναντι κήπο, μια ομάδα παιδιών μικρής ηλικίας έπαιζε ένα παιχνίδι που απαιτούσε από τους παίκτες όρεξη για τρέξιμο και μια μπάλα. Σήκωσε το κεφάλι της και άρχιζε να χαζεύει τα παιδιά προσπαθώντας να καταλάβει τι παιχνίδι έπαιζαν, σκέψεις άσχετες από τα προβλήματά της που την αποσπούσαν και την έκαναν να ξεχνιέται. Οι φωνές τους ευχάριστες και χαρούμενες, της έδιναν και εκείνης λίγα ψίχουλα ευτυχίας. Ποτέ δεν την ενοχλούσαν οι φωνές των παιδιών.

Εκείνες ήταν που την παρακίνησαν να σηκωθεί από τα σκαλιά που καθόταν κουβαριασμένη και να κινήσει προς το μέρος που αποκαλούσε σπίτι. Περπατούσε στη μέση του πεζοδρόμιού. Έκανε παιχνίδι με τον εαυτό της, ένα παιχνίδι που μάλλον με το καιρό είχε μετατραπεί σε συνήθεια και έπειτα, ασυναίσθητα, σε ψυχαναγκασμό. Από τις πέντε σειρές πλακών που αποτελούσαν το πεζοδρόμιο, περπατούσε στο κέντρο της τρίτης σειράς, δίχως να αφήνει το παπούτσι της να αγγίξει κανέναν αρμό. Δεν ήξερε γιατί το έκανε αυτό. Απλά το έκανε. Όπως απλά έκανε και άλλα πράγματα.

Λίγα μέτρα πιο κάτω συνάντησε μια μέσης ηλικίας κυρία, με κομψό και ζεστό ντύσιμο και γενικά περιποιημένη εμφάνιση, να βγάζει βόλτα έναν σκύλο, το μέγεθος του οποίου είχε τεράστια διαφορά με το μέγεθος της ιδιοκτήτριάς του. Τόσο τεράστια που ήταν σχεδόν αστεία. Σχεδόν. Υπό άλλες συνθήκες, ίσως και να έκρυβε ένα κάποιο αμυδρό χαμόγελο. Τώρα δε χρειάστηκε να προσπαθήσει καν. Δεν χρειάζεται να κρύψεις κάτι που δεν υπάρχει.

Δεν χρειάζεται να κρύψεις κάτι που δεν υπάρχει. Μια φράση που θα μπορούσε να αιτιολογήσει πολλές συμπεριφορές της. Δε χρειάζεται να κρύψεις κάτι που δεν υπάρχει. Ο σκύλος ήταν μικροσκοπικός. Η κυρία ήταν στρουμπουλή και ψηλή, με το πάχος της μοιρασμένο ομοιόμορφα. Περπατούσε και εκείνη στη τρίτη σειρά πλακών, όμως εκείνη έπιανε πολύ περισσότερο χώρο στο πεζοδρόμιο απ’ ό,τι έπιανε η Άντα.

Δεν πτοήθηκε να αλλάξει την πορεία της. Ούτε η άγνωστη κυρία φάνηκε να την παρατηρεί. Τόσο πολύτιμα είναι πια αυτά τα βλέμματα που κανείς δεν ήθελε να της χαρίσει; Η σύγκρουση δεν ήταν αναμενόμενη. Η Άντα πέρασε μέσα από την κυρία, δίχως να αισθανθεί τίποτα. Τι πρωτότυπο.

Λίγα μέτρα παρακάτω, ένας έφηβος απορροφημένος στο κινητό που κρατούσε στο χέρι του, με την οθόνη να φωτίζει ελαφρά το πρόσωπο του, βρέθηκε και αυτός στο διάβα της. Δίχως να του δίνει σημασία, η κοπέλα συνέχισε να προχωράει με βήμα βαρύ, ικανοποιώντας τον ψυχαναγκασμό της. Η σύγκρουση δεν ήταν αναμενόμενη. Μερικές φορές, πράγματα μη αναμενόμενα μπορούν να προξενήσουν απίθανη χαρά.

Το σώμα της βρήκε αντίσταση. Άρχισε να κρυώνει. Το φόρεμα που φορούσε ήταν πολύ λεπτό και φτωχό για να την προστατεύσει από την θερμοκρασία του δειλινού. Το κινητό έπεσε από το χέρι του εφήβου εξαιτίας της, γεγονός που της χάρισε μια άγρια ματιά. Ένα βλέμμα. Επιτέλους ένα βλέμμα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα τρυπήσει το στήθος της και θα αρχίσει να τρέχει μακριά της.

Πριν καν προλάβει ο έφηβος να σηκώσει το κινητό του από το σκληρό πεζοδρόμιο και να το ελέγξει για τυχόν ζημιές, η Άντα είχε κάνει μεταβολή και είχε αρχίσει να τρέχει με όλη της την δύναμη σπίτι του αγοριού της. Χαρά γέμισε τις ρωγμές της σπασμένης της ψυχής και ελπίδα. Προσπέρασε την παχουλή κυρία η οποία της χάρισε επίσης ένα βλέμμα γεμάτο απορία και ίσως λίγη ενόχληση. Ο σκύλος της άρχισε να γαυγίζει και να τρέχει και αυτός, διψασμένος για παιχνίδι που μάλλον σπάνια ευχαριστιόταν, όμως το γαλάζιο λουρί που τον αιχμαλώτιζε και τον ονόμαζε κατοικίδιο τον τράβηξε πίσω αυστηρά, στερώντας του για ακόμα μια φορά την ευχαρίστηση του τρεξίματος και της δράσης.

Έφτασε ξανά στο κατώφλι. Χτύπησε την πόρτα δυνατά και με αγωνία γιατί το βλέμμα το οποίο αποζητούσε περισσότερο άνηκε στον άνθρωπο που ζούσε σε εκείνη τη μονοκατοικία. Στο αγόρι που εγκατέλειπε εκείνη τη στιγμή το γραφείο του για να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του στην αγάπη του, η οποία έκανε την παρουσία της έπειτα από πολύ καιρό.

Τα δευτερόλεπτα που χρειάστηκαν για να ανοίξει η πόρτα της φάνηκαν αιώνες. Άρχισε να τρέμει, όχι μόνο εξαιτίας της παγωμένης ατμόσφαιρα. Η όμορφη κοκκινωπή πόρτα άρχισε να ανοίγει αποκαλύπτοντας σιγά σιγά το περιεχόμενο του σπιτιού. Πρώτα είδε τις άκρες των μαύρων του αθλητικών παπουτσιών και έπειτα είδε εκείνον. Οι στιγμές κυλούσαν βασανιστικά αργά. Πιο αργά από ποτέ.

Το βλέμμα του συναντήθηκε με το δικό της και ακαριαία γέμισε και αυτό με γλυκό ενθουσιασμό. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ακόμα πιο δυνατά. Δεν ήξερε ότι μπορούσε να γίνει αυτό. Τα μάτια της έλαμψαν γεμάτα αγάπη. Έλαμψαν πιο φωτεινά από άλλες φορές. Οι άκρες των χειλιών του άρχισαν να υψώνονται σε ένα όμορφο, λαμπερό χαμόγελο και εκείνη έκανε να τον πλησιάσει, όμως σταμάτησε. Σταμάτησε όταν είδε το βλέμμα του να γίνεται μπερδεμένο, το χαμόγελό του να αντικαθίσταται από μια μπερδεμένη έκφραση. Όχι πάλι.

Έγειρε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά αναζητώντας τον άνθρωπο που είχε σταθεί μπροστά στο σπίτι του και είχε χτυπήσει τη πόρτα του. Εκείνη την ώρα, μια παχουλή κυρία περνούσε με το σκύλο της. Μία κυρία τεράστια και ένας σκύλος μικροσκοπικός. Η διαφορά μεγέθους έμοιαζε σχεδόν αστεία. Έκρυψε ένα χαμόγελο. Η πριν λίγα δευτερόλεπτα κοπέλα του έστεκε ακριβώς μπροστά του συντετριμμένη μη μπορώντας να χωνέψει ακόμα τα γεγονότα. Αποκλείεται να του χτύπησε η κυρία το κουδούνι. Ανασήκωσε τους ώμους του και μουρμούρισε στον εαυτό του ότι μάλλον ήταν φάρσα.

«Όποιος το έκανε, τώρα είναι κρυμμένος»

Μπήκε στο σπίτι χωρίς να είναι ιδιαίτερα ενοχλημένος από μια τόσο μπανάλ φάρσα, κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω του, την ώρα που η Άντα ξεσπούσε σε αναφιλητά. Δε χρειάζεται να κρύψεις κάτι που δεν υπάρχει. Ήταν τόσο κοντά. Ήταν τόσο κοντά. Όχι πάλι. Ήταν τόσο κοντά. Κανείς δεν την άκουσε. Ο έφηβος την προσπέρασε και αυτός, ακόμη απορροφημένος στο κινητό του. Τα μικρά παιδιά απέναντι συνέχιζαν το παιχνίδι τους. Ο αγαπημένος της επέστρεψε στο γραφείο του χωρίς καμία μνήμη της. Δεν χρειάζεται να κρύψεις κάτι που δεν υπάρχει. Η ύπαρξή της αναβόσβηνε.

Εγγραφείτε!
Ενημερώστε με για...
guest
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
Δείτε όλα τα σχόλια
Μοιραστείτε αυτό το κείμενο
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on tumblr
Share on email
σχετικα κειμενα
Jeronimo

Η μάστιγα των reality shows

Μια τάση που φαίνεται να αποκτά όλο και περισσότερη δημοτικότητα, κυρίως τώρα, την περίοδο του “εγκλεισμού”,  είναι η παρακολούθηση ενός ψυχαγωγικού προγράμματος στην τηλεόραση, κάποιας σειράς ή ταινίας.  Πράγματι, το πλήθος των διαθέσιμων εκπομπών που προσφέρει η κρατική ή ιδιωτική τηλεόραση στις μέρες μας αφήνει τους τηλεθεατές να εναλλάσσουν διαρκώς τα κανάλια, σε

Διαβάστε περισσοτερα >

jakoda loskia & joya sioh

Ποιες είμαστε

Είμαστε 2 φοιτήτριες που αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε τη σελίδα αυτή ώστε να έχουν τα γραπτά και η λογοτεχνία, που αγαπάμε, έναν τόπο. Θα μας δείτε να κυκλοφορούμε με τα ψευδώνυμα Jakoda Loskia και Joya Sioh.
Φυσικά, αυτό δε θα είχε γούστο αν δεν συμμετείχατε κι εσείς. Επισκεφτείτε τη σελίδα “Σχετικά με εμάς” για να μάθετε περισσότερα.

Τα αγαπημένα μας
ακουστε μασ

το ραδιόφωνό μας

Περιηγηθείτε